Francesco Scalora (Palermo)

Τα Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια και τα Τραγούδια των Αλβανόφωνων της Ιταλίας. Μια Σύγκριση: Το Τραγούδι του Μικρού Κωνσταντίνου

Είναι γνωστό ότι ο πολιτισμός των Αλβανόφωνων της Ιταλίας, ονομα­ζόμε­νοι arbëreshë, περιέχει πολλά στοιχεία που συνδέονται με το νεολλη­νικό πολιτισμό. Η ομοιότητα αυτή γενικά είναι φανερή κυρίως στο θρησκευτικό χώρο.

Αν θέλουμε όμως να εξετάσουμε λεπτομερέστερα το θέμα αυτό, θα διαπιστώσουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια πραγματικότητα πιο περίπλοκη, γιατί πρέπει να λάβουμε υπ' όψη μας δύο ακόμη στοιχεία: το γλωσσολογικό και το λαογραφικό.

Οι λίγες μελέτες που έγιναν μέχρι σήμερα πάνω στη γλώσσα των Αλβανόφωνων της Ιταλίας[1] δείχνουν ότι υπάρχουν ελληνικά δάνεια που ανήκουν κυρίως σε δύο κατηγορίες: δάνεια που προέρχονται από τη γλώσσα της ορθόδοξης λειτουργίας, η οποία χρησιμοποιείται ακόμη σήμερα σε πολλές αλβανόφωνες κοινότητες της Ιταλίας, και μερικά άλλα δάνεια της μεσαιωνικής και νεώτερης εποχής, που ανήκουν στο κα­θημερινό λεξιλόγιο, ακόμη σήμερα εν χρήσει στην arbëreshe ομιλία.

Μόνο λίγες μελέτες έγιναν μέχρι σήμερα πάνω στις αναμφισβήτητες ομοιότητες που διαπιστώνονται ανάμεσα σε μερικά δημοτικά τραγούδια των Arbëreshë και τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια.

Αφού μου έτυχε να ασχοληθώ με τα ελληνικά δάνεια στη γλώσσα των Arbëreshë, βασιζόμενος κυρίως στην πανεπιστημιακή μου κατάρτιση και στη προσωπική μου πείρα της γλώσσας, μπόρεσα να διαπιστώσω ότι άλλα διάφορα δείγματα συνιστούν μια συγκριτική μελέτη ανάμεσα στα αλβανικά και τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια.[2]

Από μια συλλογή δημοτικών τραγουδιών που συμπεριλαμβάνεται σε ένα χειρόγραφο του πρώτου μισού του ΙΗ' αιώνα, γνωστό ως Il Codice Chieutino,[3] προκύπτει καθαρά το βαλκανικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαδραματίζονται μερικά από τα δημοτικά τραγούδια των Αλβανόφωνων της Ιταλίας.

Σε μερικά από αυτά τα ποιήματα αναφέρονται συχνά ελληνικές τοποθεσίες όπως το Ναύπλιον ή η Κορώνη. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι οι Αλβανοί πέρασαν από την χώρα τους πρώτα στην Ελλάδα, και ειδικά στην Πελοπόννησο (το Μοριά), στα τέλη του ΙΓ' και στις αρχές του ΙΔ' αιώνα, πριν περάσουν από εκεί στην Ιταλία. Αυτό υπήρξε το απο­τέλεσμα του μεταναστευτικού κινήματος, που ενδιαφέρει τους πληθυσμούς της Αλβανίας έπειτα από την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.[4] Οι Αλβανοί εγκαταστάθηκαν πρώτα λοιπόν στην Πελοπόννησο, και από εκεί, κατά τα τέλη του ΙΕ' αιώνα, μεταβιβάστηκαν στην Ιταλία.[5]

Πρέπει, λοιπόν, να προϋποθέσουμε ότι οι Αλβανοί κατά την άφηξή τους στην Ιταλία έφεραν, μαζί με τη γλώσσα, την ορθόδοξη θρησκεία τους, τη βυζαντινή λειτουργία, και το δημοτικό τραγούδι.

Επομένως, αν υποθέσουμε ότι η γλώσσα, στα χρόνια διαμονής των Αλβανών στην Ελλάδα, επηρεάστηκε από τη μεσαιωνική ελληνική γλώ­σ­σα, το ίδιο ισχυεί και για το δημοτικό τραγούδι. Πράγματι, γλώσσα και τραγούδι αντιπροσωπεύουν δύο συστήματα επικοινωνίας που, μολονότι διαφορετικά και αυτόνομα μεταξύ τους, εκφράζουν την ίδια ταυτότητα, διατηρούν τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιστορίας ενός λαού, τις επαφές του με άλλους λαούς και τις πολιτισμικές διαστρωματώσεις του.

Σε μια προηγουμένη έρευνά μου εξέτασα μερικά δημοτικά αλβανικά τραγούδια, συγκρίνοντάς τα με αντίστοιχα ελληνικά τραγούδια.

Πρόκειται φυσικά για τραγούδια που είχαν χάσει πλέον τη λειτουργικότητά τους: πράγματι το τραγούδι μπορεί με τον καιρό να γίνει ασυνήθιστο, επειδή, όπως γράφει ο Αλέξης Πολίτης: “το κάθε τραγούδι έχει την ώρα-του, τη θέση-του και τη λειτουργία-του.”[6]

Και πως να μην φανούν ασυνήθιστα τα arbëreshe τραγούδια στις διάφορες γενεές των ίταλο-αλβανών που διαδέχθηκανε μεταξύ τους ύστε­ρα από τη μεγάλη μεσαιωνική μετανάστευση;

Πραγματικά τα τραγούδια αυτά είχαν χάσει οριστικά “την ώρα, τη θέση και τη λειτουργία τους”, αφού διαδραματίζονταν στα Βαλκάνια, και ήταν, τουλάχιστον μερικά απ'αυτά, τραγούδια Αντίστασης κατά των Τούρκων, ενώ τώρα η εκτέλεσή τους γίνεται στην Ιταλία (Καλαβρία και Σικελία), και προέρχονται επί πλέον από μια γραπτή παράδοση.

Τα τραγούδια αυτά, αφού ήρθαν στην Ιταλία, διατηρήθηκαν πρώτα σε προφορική μορφή και κατόπιν, μόλις στις αρχές του ΙΗ' αιώνα, καταγράφηκαν στο χειρόγραφο που αναφέραμε (Il Codice Chieutino). Από τότε αρχίσε μια καινούρια φάση τους, εκείνη της γραπτής μετάδοσης.

Στην εργασία μου προσπάθησα να εντοπίσω μέσα στα αλβανικά αυτά κείμε­να θέματα και μοτίβα που ανήκουν και στην παράδοση των ελλη­νικών δημοτικών τραγουδιών.

Πρόκειται φυσικά όχι μόνο για λεκτικές ομοιότητες, αλλά για ουσιασ­τικές ομοιότητες, που δηλώνουν την κοινή συμμετοχή στο ίδιο πολιτισμικό σύστημα.

Πρέπει να διευκρινήσουμε, εξάλλου, ότι μια σύγκριση ανάμεσα στο αλβανικό δημοτικό τραγούδι και το ελληνικό δημοτικό τραγούδι δεν στέκεται από μόνη τους, επειδή και τα δύο συστήματα, το αλβανικό και το ελληνικό, συμμερίζονται μια μεγαλύτερη γεω-πολιτιστική πραγματικό­τη­τα μάλλον βαλκανική. Επομένως το άλβανο-ελληνικό διώνυμο πρέπει να εξεταστεί σε σχέσει με τους υπόλοιπους βαλκανικούς πολιτισμούς: σλαβικό, μακεδονικό, τουρκικό, βουλγαρικό, κτλ.

Στην ανάλυση και στη σύγκριση των δημοτικών τραγουδιών, που ανή­κουν και στις δυο παραδόσεις, πρέπει αναγκαστικά να έχουμε υπ'όψη μας τις ομοιότητες που εμφανίζονται με τα ποιήματα του ακριτικού κύκλου ή με τα κλέφτικα τραγούδια.

Δεδομένου ότι τα αλβανικά τραγούδια είναι τραγούδια Αντίστασης κατά των Τούρκων, και ανήκουν σε ένα περιορισμένο χρονολογικό πε­ρι­θώ­ριο (ΙΔ'-ΙΕ' αιώνα), η σύγκριση με τα κλέφτικα τραγούδια μπορεί να φανεί χρονολογικά ακατάλληλη. Ξέρουμε, όμως, ότι τα κλέφτικα τρα­γούδια έχουν ως προηγούμενό τους τα ακριτικά τραγούδια, τα οποία ως μέρος της προφορικής ελληνικής παράδοσης, αποτέλησαν τη βάση, με τα θέματα και με τα μοτίβα τους, για τα κλέφτικα τραγούδια της Αντίστασης κατά των Τούρκων.[7]

Πρέπει οπωσδήποτε να προϋποθέσουμε την κυκλοφορία στην μεσαιω­νική εποχή και στο βαλκανικό περιβάλλον του ακριτικού κύκλου, για να εξηγήσουμε τις ομοιότητες ανάμεσα στα δημοτικά τραγούδια των βαλκανικών λαών, κυρίως των σλαβικών. Γράφει ο Στίλπων Π. Κυριακί­δης: “Τα ακριτικά άσματα και οι ακριτικαί παραδόσεις δεν έμειναν κτήμα μόνον του ελληνικού λαού. Ενωρίς διεδόθησαν και εις τους γειτονικούς λαούς, τους Ρώσους, τους Βουλγάρους και τους Σέρβους.”[8] Όσο για μένα, προσθέτω την εξής ερώτηση: γιατί να μην απαριθμήσουμε ανάμεσα στους λαούς αυτούς και τον αλβανικόν λαόν;

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παρουσιάσω ένα απλό παράδειγμα της συγκρίσης ανάμεσα στα δυο παραδόσεις.

Πρόκειται για το τραγούδι του Μικρού Κωσταντίνου, ακριτικής προέ­λευ­σης, πολύ γνωστό στην ελληνική παράδοση ή με τον τίτλο Τα κακά πε­θε­­ρικά, Άσμα του Κωσταντάκη, ή απλώς ως Ο Κωσταντίνος ο μικρός, ο Μικρο­κως­ταντίνος, Ο Κωσταντάς.[9]

Το ίδιο τραγούδι υπάρχει και στην αλβανική παράδοση με τον τίτλο Kënkëza e Kostandini i vogëlith[10] (Τραγούδι του μικρού Κωσταντίνου).

Και τα δύο τραγούδια παρουσιάζουν στις δύο παραδόσεις πολλές πα­ραλλαγές,[11] που αρχίζουν με τον ίδιο τρόπο: ο Κωνσταντίνος αρρα­βω­νιά­ζεται, πάει στον πόλεμο, και αφήνει την αγαπημένη του στην μητέρα του, με την υπόσχεση ότι θα γυρίσει μετά από μερικά χρόνια: αν δεν γυρίσει, η γυναίκα θα είναι ελεύθερη να παντρευτεί. Περνάνε τα χρόνια, ο Κωσ­ταντίνος δεν γυρίζει, και η αγαπημένη του παντρεύεται έναν άλλο. Τελικά όμως ο ήρωας επιστρέφει, μπαίνει στην εκκλησία τη στιγμή του γάμου, διακόπτει τη λειτουργία και παντρεύεται αυτός με τη γυναίκα του.

Αυτή είναι η ιστορία κατά την αλβανική παράδοση. Οι ελληνικές παραλλαγές που αναφέραμε πιο πάνω την ακολουθούν μέχρι τη στιγμή της αναχώρησης του πρωταγωνιστή (βλ. παρακάτω το τραγουδι Τα κακά πεθερικά), ενώ διαφέρουν στο κεντρικό μέρος και στο τέλος. Οι δυο αυτές τελευ­ταίες θεματικές ενότητες εμφανίζονται όμως σε άλλα ελληνικά δημοτικά τραγούδια (βλ. παρακάτω το ακριτικό τραγούδι Η αρπαγή της γυναι­κός του Ακρίτη), συνδεδεμένα και αυτά με τον κύκλο του Κωσ­ταντίνου, που τα μελέτησε ο Karl Dieterich σε ένα άρθρο του Byzantinische Zeitschrift το 1904.[12]

Το αλβανικό τραγούδι, λοιπόν, συνδυάζει στοιχεία που υπάρχουν χωριστά στην ελληνική παράδοση. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το αλβανικό τραγούδι ακολουθεί τους νόμους που ρυθμίζουν γενικά τη κυκλοφορία του δημοτικού τραγουδιού: ένα τραγούδι διαμορφώνεται, κυκλοφορεί και αλλάζει κατά τις ανάγκες των τραγουδιστών και των ακροατών. Έτσι μπορούμε να παρακολουθήσουμε όχι μόνο την εξέλιξη ενός συγκεκριμένου τραγουδιού, αλλά ακόμη και τις επιλογές ενός ολόκ­ληρου πολιτισμού.

Τελειώνoντας, προτείνω μια δοκιμή συνοπτικής σύγκρισης των δυο ποιημάτων που ανήκουν αντίστοιχα στην αλβανική και στην ελληνική παράδοση:

 

Kënkëza e Kostandini i vogëlith

Codice Chieutino, Kënkëza e Kos­tan­dinit i vogëlith, VII, στιχ. 1-16.

 

Kostandini i vogëlith,

tri dit dhëndërrith!

Prā m'i shkroi Perindori,

5 e m'i shkroi e m'i dërgoi,

të më vej'amahj për dhē.

E më lipi thelimëzënë

e të jat e së jëmëzësë;

pra ja lipi së bukurësë

10 e m'i muar unazëzënë.

- “Qevarrisu, e bukurëzë!

Kam të rrī nënd vjet,

nënd vjet e nënd ditë;

po të bënj nëndë vjet,

15 nëndë vjet e nëndë ditë,

ti, e bukura, më martone”.

Τα κακά πεθερικά

Ακαδημία Αθηνών 1947, 129, α. 85, στιχ. 1-8.

Ο Κωσταντίνος ο μικρός κι' ο μικρο­παντρεμένος

το Μάη φυτειάν εφύτεψε, το Μάη γυναίκα πήρε

το Μάη του 'ρτε μήνυμα να πάγη στο σεφέρι

και το σεφέρι του μακρού κι' η ρόγα του 'ναι λίγη.

Τον παραστέκ' η κόρη του και στεφανωτικιά του.

-“Μισσεύεις, Κωσταντάκη μου, κι' εμένα που μ' αφίνεις;”

“Πρώτα σ' αφίνω στο Θεό και δεύτερα στσ' αγίους

και τρίτα στη μαννούλα μου, στά δυό γλυκά μ' αδέρφια.”

Por sa shkuanë nëndë vjet,

nëndë vjet e nëndë ditë,

mua e bukura m'u martua,

20 e të diełë më vë kurorë.

M'u rrëzua i mjeri plak,

dhromthit ai vej',

m'e përpoq Kostandinë,

Kostantinë vogëlinë,

25 tri-vo dit dhëndërrinë.

- “Mir dit, tat loshi!

Ku vete ti, tat loshi?”

- “Mos më thuaj, birthi im!

Kesh një bir të vetminë,

30 çë m'e kluan Kostandin,

Kostandin i vogëlith,

tri ditë dhëndhërrith;

po m'i shkroi Perindori,

e m'i shkroi e m'i dergoi,

35 të më vej'amahj prë dhë;

më lipi thelimëzënë

të jat e së jëmësëzë,

bukurësë m'i muar unaznë:

“Qevarrisu, e bukurëzë,

40 kam të rrī nënd vjet,

nëndë vjet e nëndë ditë;

por të bënj nëndë vjet,

nëndë vjet e nëndë ditë,

ti, e bukura, më martone.”

45 Ai bë nëndë vjet,

nëndë vjet e nëndë ditë,

mua e bukura m'u martua

e të diełë vë kurorë”.

- “Tëtheu, t-theu, ti, tat loshi

50 se Kostandini vjen një mend”.

- “Po më ruash ti, birthi im,

çë më dhē ktë novë të mirë,

“se Kostandini vjen një mend.””

Po të dielzënë menatë,

55 m'arrëjti mbī katund

e më la të mburzërënë,

vate më derë klishëzësë

e më ndendi flamurinë:

- “Se ju krushq e ju bularë,

60 mos më doj për nun kurorë?”

- “Mir se vjen ti, trimthi i huaj,

trimth i huaj i martuam!”

Po jerdh herëza,

çë t'm'i vëj'unazëzënë;

65 e bukura njohu unazëzënë

m'i shputuan lotëzëtë,

sumbulla-sumbulla faqes kuqe,

pik-pik gjiri i bardhë,

Kostandini m'i e pā:

70 -“Se ju krushq, e ju bularë,

kini pak e kini shumë:

Kostandini ardhurith,

të marrë të bukurënë.”

Η αρπαγή της γυναικός του Ακρίτη

Ν. Γ. Πολίτη, Εκλογαί, α. 75, 113-115.

 

Ως έτρωγα κι' έπινα σε μαρμαρένια τάβλα,

ο μαύρος μου χλιμίντρισε και το σπαθί μου ερράη,

κ' εμένα ο νους μου το βάλε, παντρεύουν τη καλή μου,

με κάποιον άλλο τη βλογούν κ' εκείνη δεν τον θέλει,

5 παντρευαρραβωνιάζουν την κ' εμένα μ' αστοχούνε.

Περνώ και πάω 'ς τους μαύρους μου,τους εβδομηνταπέντε

“Μαύροι μου ακριβοτάγιστοι και μοσκαναθρεμμένοι.

Ποιος είν' αψύς και γλήγορος, να τον καβαλλικέψω,

ν' αστράψη 'ς την ανατολή και να βρεθή 'ς τη δύση;”

10 Οι μαύροι μου όσοι τάκουσαν ούλοι βουβοί απομείναν,

κι' όσαις φοράδες τ' άκουσαν έρρηξαν τα πουλάρια·

κ' ένας γρίβας παλιόγριβας, σαρανταπληγιασμένος,

κείνος απολογήθηκε, γυρίζει και μου λέει.

“Εγώ είμαι αψύς και γλήγορος να πάγω όθε κι' αν είναι.

15 Οπού είναι γάμος και χαρά πάνε τα νια μουλάρια,

οπού είναι πόλεμος φρικτός παίρνουν εμέ το γέρο.

Εγώ είμαι γέρος κι' άχαρος, ταξίδια δε μου πρέπουν,

μα για χατίρι της κυράς να μακροταξιδέψω,

οπού μ' ακριβοτάγιζε 'ς το γύρο της ποδιάς της,

20 κι' οπού μ' ακριβοπότιζε 'ς τη χούφτα του χεριού της.

Μον' δέσε το κεφάλι σου με δυο με τριά ζουνάρια,

να μη σε φάη η βουή και ντραλιστής και πέσης.

Και μη σε πάρη κουρτεσιά και βάλης φτερνιστήρι,

25 και θυμηθώ τη νιότη μου και κάμω σαν πουλάρι,

και σπείρω τα μυαλούδια σου 'ς εννιά μοδιώ χωράφι.”

Σρώνει γοργά το μαύρο του γοργά καβαλλικεύει.

Δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλλια,

και μεταδευτερώνει του και πάει σαρανταπέντε.

30 'Σ τη στράτα νοπού πηγαινε το θιον επαρακάλει.

“Θε μου να βρω τον κύρη μου 'ς ταμπέλι να κλαδεύη.”

Σα χριστιανός που τόλεγε, σαν άγιος εξακούστη,

κι απάντησε τον κύρη του που κλάδευε 'ς ταμπέλι.

“Καλώς τα κάνεις, γέροντα, το τίνος ειν' ταμπέλι;

35 -Της ερημιάς, της σκοτεινιάς, του γιου μου του φευγάτου.

Σήμερα της καλίτσας του της δίνουν άλλον άντρα,

εψές επήραν τα προικιά και σήμερα τη νύφη.

-Παρακαλώ σε, γέροντα, αλήθεια να με δώσης,

τάχα θα φτάσω 'ς τη χαρά, θα φτάσω και 'ς το γάμο;

40 -Αν έχης μαύρο γλήγορο 'ς το σπίτι τους προφτάνεις,

κι' αν ειν' οκνός ο μαύρος σου 'ς την εκκλησιά τους βρισκεις.”

Δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλλια,

και μεταδευτερώνει του και πάει σαρανταπέντε.

'Σ τη στράτα νοπού πήγαινε το θιον επαρακάλει.

45 “Θε μου να βρω τη μάννα μου 'ς τον κήπο να ποτίζη!”

Σα χριστιανός που τόλεγε, σαν άγιος εξακούστη,

κ' ευρήκε τη μαννούλα του που πότιζε τον κήπο.

“Ώρα καλή γερόντισσα, το τίνος ειν' ο κήπος;

-Της ερημιάς της σκοτεινιάς, του γιου μου του φευγάτου,

50 που σήμερα η γυναίκα του θα πάρη άλλον άντρα,

εψές επήραν τα προικιά και σήμερα τη νύφη.

-Πες μου να ζης, γερόντισσά, φτάνω κ' εγώ 'ς το γάμο;

-Αν έχεις μαύρο γλήγορο, 'ς το σπίτι τους προφτάνεις,

κι' αν ειν' οκνός ο μαύρος σου, 'ς την εκκλησιά τους βρισκεις.”

55 Δίνει του μαύρου του βιτσιά 'ς τη χώρα κατεβαίνει.

Εκεί σιμά, εκεί κοντά 'ς το σπίτι του να φτάσει,

ο μαύρος του χλιμίντρισε κ' η κόρη αναστενάζει.

“Τι έχεις, κόρη μ', και θλίβεσαι και βαριαναστενάζεις,

τα ρούχα σου δεν ειν' καλά, ή τα φλωριά σου λίγα;

60 Φωτιά να καψ' τα ρούχα σου και λάβρα τα φλωριά σου,

 τι ο μαύρος που χλιμίντρισε σαν του καλού μου μοιάζει.

-Αν ειν' ο πρώτος άντρας σου να βγω να τον σκοτώσω.

-Δεν ειν' ο πρώτος άντρας μου να βγης να τον σκοτώσης,

μον' ειν' ο πρώτος μου αδερφός, μου φέρνει τα προικιά μου.

65 Αν ειν' ο πρώτως σου αδερφός , έβγα να τον κεράσης.”

Χρυσό ποτήρι νάρπαξε να βγη να τον κεράση.

“Δεξιά μου στέκα, λυγερή ζερβά μου πέρνα, κόρη.”

Το μαύρο του χαμήλωσε κ' η κόρη απάνω ευρέθη.

Βγάλλει και το χρυσό σπαθί και τ'αργυρό μαχαίρι,

70 δίνει του μαύρου του βιτσιά κ' επήρε χίλια μίλλια,

μηδέ το μαύρο είδανε, μήτε τον κορνιαχτό του,

κι' όπου είχε μαύρο κ' ειν' οκνός, μηδέ τον κορνιαχτό του.

 

 



[1]   Αναφέρομαι στις γλωσσολογικές σπουδές του Τ. Γιοχάλα, από τις οποίες παραθέτω τις πιο σημαντικές: T. Jochalas, Considerazioni sull'onomastica e toponomastica albanese in Grecia, Balkan Studies, Biannual Publication of the Institute for Balkan Studies, τόμ. 17, 2, Θεσσαλονίκη 1975, 313-329˙ του ίδιου, Nomi e cognomi greci nelle comunità greco-albanesi d'Italia, Atti del Congresso internazionale di studi sulla lingua, la storia e la cultura degli Albanesi d'Italia, Mannheim 25-26 giugno 1987, a cura di F. Altimari, G. Birken-Silverman, M. Camaj, R. Rohr, Centro Editoriale e librario dell'Università della Calabria, Cosenza 1991, 151-166˙ του ίδιου Sulla problematica dei prestiti bizantini e neo-greci nei dialetti italο-albanesi, Balkan Studies, 16, 1, 1975, 44-55˙ του ίδιου Über die Einwanderung der Albaner in Griecheland, Dissertationes Albanicae in Honorem Josephi Valentini et Ernesti Koliqi septuagenarium, Rudolf Trofenik, München 1971, 89-109.

[2]   Πρόκειται για ένα και μόνο άρθρο του Τ. Γιοχάλα, Gemeinsame Motive in der Italienisch-Albanischen und der Griechischen Volksdichtung, Balkan Studies, 21, 1980, 57-67. Ο Γιοχάλας συγκρίνει το αλβανικό τραγούδι Kënkë e njī vashë, klaj' burrn' e saj με ένα αντίστοιχο ελληνικό τραγούδι, γενικά γνωστό ως Ο υγιός της χήρας, με τις σχετικές παραλλαγές των δυο παραδόσεων, χρησιμοπιώντας αντίστοιχα G. Schirò, Canti tradizionali ed altri saggi delle colonie albanesi di Sicilia, Napoli 1923, 24-27 και G. De Rada, Appendice alla Grammatica. Antologia Albanese, Napoli 1896, 53-54 για την αλβανική παράδοση, και Ν. Γ. Πολίτου, Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, Αθήνα 1969, 101-102, α. 76, και Ακαδημία Αθηνών, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια (Εκλογή), τόμ. Α', Αθήνα 1962, 93, Β' για την ελληνική παράδοση.

[3]   Αναφέρομαι εδώ στην συνολική έκδοση του Matteo Mandalà: Nicolò Figlia, Il Codice Chieutino, edizione critica e concordanze a cura di M. Mandalà, Mezzojuso 1995. Η πρώτη έκδοση του κειμένου οφείλεται στον Μ. Marchianò, ο οποίος χώρισε το περιεχόμενο του χειρογράφου σε τρεις θεματικές ενότητες (δημοτικά τραγούδια – ιερά ποιήματα – κατήχηση): M. Marchianò, Canti popolari albanesi delle colonie d'Italia, Foggia 1908· του ίδιου, Poesie sacre albanesi con parafrasi italiana o dialettale la più parte inedite pubblicate da un codice manoscritto della I metà del sec. XVIII, parte prima, Napoli 1908˙ του ίδιου, Il Cristiano Albanese (da un codice manoscritto del XVIII secolo), Bessarione, Gennaio-Marzo 1911, f. 115, serie III, vol. VIII, 1911.

[4]   M. Mandalà, Mundus vult decipi. I miti della storiografia arbëreshe, Albanologica 11, 2009², 178.

[5]   Για τα συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα, σχετικά με την παρουσία των Αλβανών στην Ελλάδα και την άφιξή τους στην Ιταλία, με χρονολόγηση των ιστορικών γεγονότων, βλ. M. Mandalà ο. π. (σημ. 4). Στη μελέτη αυτή εξετάζεται η ιστορία των arbëreshë, και διαψεύδεται η περιπλανητική ιδεολογική δομή που με τα χρόνια έχει χτιστεί χτικά με την ταυτότητα του αλβανικού έθνους. Θα παραθέσω εδώ μερικά στοιχεία, χρήσιμα για το χρονολογικό καθορισμό της αλβανικής παρουσίας στην Ελλάδα από τις αρχές του ΙΔ' αιώνα μέχρι τα τέλη του ΙΕ'. Ο Δ. Α. Ζακυθινός (Le despotate Grec de Morée, τόμ. I, Paris 1932, 102-105), αναφερόμενος στον Κατακουζηνό, τοποθετεί την παρουσία των Αλβανών στό Μοριά στα χρόνια γύρω από το 1350. Στη μελέτη των Nicoara Beldiceanu – Irène Beldiceanu-Steinherr, Recherches sur la Morée (1461-1512), Süd-Ost Forschungen, XXXIX, 1980, 33-46, σκιαγραφείται η δημογραφική κατάσταση του Μοριά κατά το δεύτερο μισό του ΙΕ' αιώνα, δείχνοντας, με βάση τα ληξιαρχικά βιβλία, ότι η αλβανική παρουσία αποτελούσε το 30% του ολοκλήρου πληθυσμού, που “comprenait au point de vue religieux deux grandes catégories: les musulmans et le non-musulmans, et que cette dernière était composée d'une majorité chrétienne et d'une minorité mosaïque […] La population chrétienne comprenait une majorité paysane (grecque et albanaise) qui vivait de l'agricolture et de l'élevage.” (ο. π. 40).

[6]   Αλέξη Πολίτη, Το δημοτικο τραγούδι, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2010, 336.

[7]   Βλ. Beaton R., Digenes Akrites and Modern Greek Folk Song. A Reassessment, By­zantion, 51, 1981, 22-43.

[8]   Στ. Π. Κυριακήδη, Το δημοτικό τραγούδι, Αθήνα 1978, 64.

[9]   Bλ. Ακαδημία Αθηνών, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια. Εκλογή και μεταφράσεις εις την γερ­μανικήν υπό Εντβίγης Λίντεκε. Μέρος Α'. Ελληνικά κείμενα, Αθήνα 1947, 61-76; 129-142.

[10]  Bλ. N. Figlia, Il Codice Chieutino, ο. π., 70-71.

[11]  Σχετικά με την αλβανική παράδοση υπάρχουν πέντε παραλλαγές του τραγουδιού: βλ. G. Schirò, ο. π., Canti tradizionali, 30-44.; D. Camarda, Appendice al Saggio di Gram­ma­to­lo­gia Comparata sulla lingua albanese, Prato 1866, 90-97. G. De Rada, Flămuri Arbërit. La bandiera dell'Albania 1883-1887. Rapsodie e Lexicon, Arnoldo Forno Editori 1978, 26-26. Το τραγούδι όμως βρίσκεται για την πρώτη φορά στη συλλογή του Codice Chieutino του Nicolò Figlia.

[12]  Βλ. K. Dieterich, Eine Gruppe neugriechischer Lieder aus dem Akritencyklus, Byzantinische Zeitschrift, XIII, 1904, 52-72.

Refbacks

  • There are currently no refbacks.


ISSN - 1512-1046 (print)
ISSN - 2346-8459 (online)